top of page
Search

Δεοντολογία

  • takishadjigeorgiou
  • Jul 19, 2005
  • 2 min read

Κάθε φορά που ένα μεγάλο ζήτημα έρχεται στην επικαιρότητα, φέρνει μαζί του και μια συζήτηση για τη δημοσιογραφική δεοντολογία. Δυστυχώς όμως και κάθε φορά που φεύγει το μεγάλο ζήτημα, φεύγει μαζί του και κάθε συζήτηση για τη δημοσιογραφική δεοντολογία.

Προσωπικά νομίζω πως οι αιτίες που γεννούν τις υπερβολές, το κυνήγι των μαγισσών και των σεναρίων φαντασίας, είναι μεν πολλές, αλλά μπορούμε να τις περιορίσουμε σε τρεις.

Πρώτα πρώτα έχουμε υπερβολικά μεγάλο αριθμό μέσων ενημέρωσης. Κυρίως τηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης. Ο μεγάλος αυτός αριθμός μπορεί να οδηγεί σε πολλές περιπτώσεις στον πλουραλισμό- πληθυντισμό πιο σωστά- αλλά οδηγεί ταυτόχρονα και σε ένα άγριο κυνήγι της τηλεθέασης. Σ’ αυτό το κυνήγι δεν χωρούν κανόνες. Σ’ αυτό το κυνήγι παίζεται το μερτικό στην εξουσία (την πολιτική εξουσία) κι΄ ένα μερτικό στο χρήμα.

Δεύτερος λόγος είναι το γεγονός ότι όλα αυτά τα μέσα δημιουργήθηκαν πριν τη δημιουργία του νόμου που τα διέπει. Είναι ωσάν να εγεννήθη το παιδί πριν τον πατέρα. Μιλάμε για ένα είδος τερατογένεσης. Δημιουργήθηκαν τηλεοράσεις οι οποίες ανδρώθηκαν μέσα σ’ ένα πλαίσιο παντελούς απουσίας οποιουδήποτε κανόνα. Δημιούργησαν σχέσεις και διαπλοκές. Είναι ήδη πιο δυνατές από την κοινωνία που καλείται να τις ελέγξει. Οι ιδιοκτήτες των μέσων έχουν ήδη ισχύ, υπέρτερη πολλές φορές και αυτής ακόμα της εκτελεστικής εξουσίας.

Τρίτος λόγος είναι το ίδιο το ποιον των δημοσιογράφων. Ποιοι γίνονται δημοσιογράφοι; Όσοι γνοιάζονται να ελέγχουν τις εξουσίες ή όσοι γνοιάζονται για το πώς και πόσο θα ακουστούν. Έχουν τα αναγκαία εφόδια, γνώσεις και επάρκεια για να βγουν στην οθόνη;

Νομίζω πως αυτοί οι τρεις λόγοι, με τη σειρά που τους ετοποθέτησα αποτελούν την αιτία αυτής της κακοδαιμονίας. Και δε χρειάζεται καθόλου να πω ότι υπάρχουν οι λαμπρές εξαιρέσεις που λαμπρύνουν το χώρο, ούτε ότι είναι προτιμότερη η πολυφωνία από τη μονοφωνία ενός κρατικού καναλιού. Θεωρώ δηλαδή αυτά τα πράγματα ως δεδομένα.

Ο τόπος μας είχε ανάγκη ενός ή δύο ιδιωτικών συχνοτήτων οι οποίες έπρεπε μάλιστα να δοθούν σε φορείς δημοσιογραφίας για να τις αξιοποιήσουν.

Έπρεπε να ήμασταν πρωτοπόροι σε νέες ιδέες και όχι αντιγραφείς όλων των κακών που έρχονται από το εξωτερικό, έστω κι αν αυτό το εξωτερικό είναι η Αθήνα. Με λυπεί κυριολεκτικά η εικόνα που εκπέμπεται κυρίως από τηλεοπτικούς δέκτες. Με λυπεί το ντελάλισμα του πόνου των ανθρώπων και η μετατροπή του σε πραμάτεια προς πώληση. Με λυπεί που βλέπω δημοσιογράφους να μετατρέπονται σε πραματευτές ή όπερ το χειρότερο πραματευτές να υποδύονται τους δημοσιογράφους.

Υπάρχει λύση; Ναι! Αλλά μόνον εάν το κράτος θέλει, εάν το κράτος θέλει αυτό που πρέπει και εάν η κοινωνία θα στηρίξει μια διαδικασία υλοποίησης των κανόνων.

Κλείνω υπογραμμίζοντας πως η φράση «το κράτος θέλει αυτό που πρέπει» υπονοεί κάτι που θέλω να ξεκαθαρίσω. Δεν είμαι δηλαδή καθόλου βέβαιος ότι από την πλευρά κρατικών ιθυνόντων δεν υπάρχει μια σύγχυση τόσο για το τί είδος μέσων ενημέρωσης θέλουμε, πόσο γνωρίζουν και στηρίζουν την αξία της δημοσιογραφικής έρευνας και ακόμα περισσότερο δεν ξέρω αν η υπερβολή δεν είναι πλέον στοιχείο που χαρακτηρίζει όλους, κριτές και κρινόμενους.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Δεν υπάρχει βάσιμος λόγος αισιοδοξίας.


 
 
 

Comments


bottom of page